Ευρετήριο Άρθρου

4.1.2. Γεωφυσικά, γεωχημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά του μολυσμένου χώρου

Η δομή του εδάφους συνίσταται από διάφορα μηχανικά κλάσματα με χαμηλό έως υψηλό περιεχόμενο άμμου, λάσπης και αργίλου. Τα καλά δομημένα και κοκκώδη εδάφη ευνοούν την αποτελεσματική πρόσβαση των μικροοργανισμών σε αέρα, νερό και θρεπτικές ουσίες κατά την βιοεξυγίανση in situ.

Η υγρασία (το εδαφικό νερό) είναι ο βασικός καθοριστικός παράγοντας για την διηλεκτρική σταθερά του εδάφους και του υπόλοιπου περιβάλλοντος. Η υγρασία του εδάφους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 25 και 28 %.

Το pH (δείκτης υδρογόνου) κυμαίνεται μεταξύ 5.5–8.0, που είναι στα όρια των καλύτερων τιμών για την ανάπτυξη των μικροοργανισμών και για την αποδόμηση ρυπαντών.

Η θερμοκρασία είναι στο διάστημα 15–45oC. Αυτή επηρεάζει την ταχύτητα των βιοχημικών αντιδράσεων, η οποία διπλασιάζεται με κάθε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 10oC.

Το οξυγόνο συμμετέχει κυρίως στην αρχική αποδόμηση των υδρογονανθράκων στους μολυσμένους χώρους. Η ποσότητα του διαθέσιμου οξυγόνου έχει καθοριστική σημασία για το αν η βιοεξυγίανση θα διεξαχθεί υπό αερόβιες ή αναερόβιες συνθήκες.

Ποικίλοι μικροοργανισμοί κατοικούν τους μολυσμένους χώρους, όπως π.χ. ο Pseudomonas, Aeromonas, Flavobacteria, Chlorobacteria, Corynebacteria, Acinetobacter, Mycobacteria, Streptomyces, Bacillus, Arthrobacter, Aeromonas, Cyanobacteria κ.α.

Η ποικιλία του μακροβένθους αποτελεί συνάθροιση υδρόβιων φυτών όπως Eichornia crassipes, Salvinia molesta, Ceratophyllum demersum, και υδρόβιων ζώων όπως Anodonta woodiana και Limnodrilus hoffmeisteri, τα οποία κατέχουν υψηλή ικανότητα προς αύξηση της διαύγειας, μείωση της βιοχημικής ανάγκης από οξυγόνο και αποδόμηση της αμμωνίας, των νιτρωδών και των νιτριτικών στα οικιακά λύματα.

Intranet