Ευρετήριο Άρθρου

2.2.1 Αρχές του διεθνούς δικαίου για το περιβάλλον

Απαγόρευση της πρόκλησης ζημιών

Κάθε χώρα έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το έδαφος πάνω στο οποίο έχει κυριαρχία. Επί του παρόντος, το δικαίωμα αυτό είναι περιορισμένο, έτσι ώστε κάθε χώρα μπορεί να χρησιμοποιεί το δικό της κυρίαρχο έδαφος, καθόσον ο τρόπος με τον οποίο το χρησιμοποιεί δεν επιφέρει ζημιές στο έδαφος άλλων χωρών. Σε αυτό το πεδίο δράσης του διεθνούς δικαίου υπάρχει ένα προηγούμενο και αυτό συνέβη το 1938 – η λεγόμενη υπόθεση Trail Smelter Case. Οι εκπομπές διοξειδίου του θείου από τήξη στον Καναδά σε παραμεθόρια περιοχή με τις Ηνωμένες Πολιτείες προκάλεσε ζημιές των καλλιεργειών στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών. Το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι καμία χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου ή σύμφωνα με τη νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το κυρίαρχο έδαφός της με έναν τρόπο που προκαλεί βλάβες στο έδαφος άλλου κράτους που σχετίζονται με επιβλαβείς επιπτώσεις από επικίνδυνες εκπομπές, ζημιά σε περιουσία ή στην υγεία, τη ζωή και τα δικαιώματα των ατόμων στο έδαφος του κράτους. Ωστόσο, η βλάβες που προκλήθηκαν πρέπει να είναι σοβαρές και η ζημία πρέπει να αποδειχθεί.

Στα επόμενα χρόνια και δεκαετίες, η δράση της απαγόρευσης της προκλησης ζημιών σε άλλες χώρες επεκτάθηκε σημαντικά και υπό τη δικαιοδοσία της εμπίπτουν και τα εδάφη που δεν ανήκουν σε οποιαδήποτε χώρα (τα λεγόμενα κενά κράτη (blank states)). Αυτά περιλαμβάνουν για παράδειγμα την Ανταρκτική, τα εδάφη στην ανοιχτή θάλασσα (σύμφωνα με το άρθρο 192 και το επ., άρθρο 194 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και του Σύμπαντος. Το καθεστώς τους βασίζεται στην Αρχή 21 της Διακήρυξης για το περιβάλλον που εγκρίθηκε στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη, που πραγματοποιήθηκε στη Στοκχόλμη το 1972. Στη διακήρυξη αναφέρεται ότι «είναι κυρίαρχο δικαίωμα των κρατών να χρησιμοποιούν τους πόρους τους σύμφωνα με τις δικές τους πολιτικές για το περιβάλλον και να εξασφαλίζουν την πληροφόρηση και την παροχή εκθέσεων για τις πράξεις τους και για το ότι οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους ή βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους δεν προκαλούν βλάβες στο περιβάλλον άλλων κρατών ή σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας».

Η ευθύνη των κρατών βάσει του διεθνούς δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος

Παρά το γεγονός ότι ήδη έχουν γίνει μια σειρά διευκρινίσεων και περιορισμών σχετικά με την έννοια της ζημίας και τις προϋποθέσεις για την πρόκληση ζημιών στο περιβάλλον εκ μέρους κυρίαρχων κρατών, πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Αυτή είναι για παράδειγμα το θέμα του προτύπου της ευθύνης, το οποίο απαιτεί ορισμένους περιορισμούς και όρους για την εγκυρότητα, την έκταση και την πρόσβαση της αρχής της πρόληψης στο διεθνές δίκαιο και του καθεστώτος για την απόδειξη ζημιών και τραυματισμών σε διάφορες μορφές. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες   διατάσσεται η ανάληψη σοβαρής ευθύνης σε στενά πλαίσια, ειδικά όταν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης είναι η κατασκευή αντι-κειμένων/εγκαταστάσεων στο διάστημα (άρθρο. ΙΙ της Σύμβασης για τη διεθνή ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από διαστημικά αντικείμενα). Εάν αγνοήσουμε το πρόβλημα της διεθνούς εφαρμογής μιας τέτοιας συμφωνίας στη διεθνή σκηνή χωρίς τη χρήση στρατιωτικών μέσων, η ισχύουσα νομοθεσία περί ευθύνης είναι εφαρμόσιμη σε πολύ στενό εύρος. Όταν ζημιά στο περιβάλλον οφείλεται στην αλληλεπίδρασης πολλών διαφορετικών φορέων - τόσο ιδιωτικές, όσο και δημόσιες - είναι πολύ δύσκολο να διακρίθούν τα άτομα που μπορούν να δηλώσουν την ευθύνη τους και να αναγκαστούν να αναλάβουν την ευθύνη αυτή (ένα απο τα παράδειγμα είναι οι ενέργειες που οδηγούν στην επέκταση της τρύπας στην στοιβάδα του όζοντος).

Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» στο διεθνές δίκαιο

Μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου με οικονομικές και νομικές συνέπειες είναι ότι ο ρυπαίνων πρέπει να φέρει τα έξοδα που συνδέονται με την εξάλειψη της ρύπανσης (Αρχή 16 της Διακήρυξης της Στοκχόλμης). Αλλά αυτή εφαρμόζεται κυρίως στην αστική ευθύνη για τις ενέργειες που βλάπτουν το περιβάλλον. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος σύμφωνα με το Προοίμιο της Σύμβασης για τις Διασυνοριακές Επιπτώσεις των Βιομηχανικών Ατυχημάτων (βλ. Προοίμιο της Σύμβασης για τις Διασυνοριακές Επιπτώσεις των Βιομηχανικών Ατυχημάτων).

Η αρχή της πρόληψης στο διεθνές δίκαιο στον τομέα του περιβάλλοντος

«Για την προστασία του περιβάλλοντος, τα κυρίαρχα κράτη πρέπει να εφαρμόζουν την αρχή της πρόληψης, σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. Εάν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής και μη αναστρέψιμης περιβαλλοντικής ζημίας, η έλλειψη επιστημονικών στοιχείων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως λόγος για την αναβολή οικονομικώς αποδοτικών μέτρων για την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος.» Αυτή είναι η διατύπωση της αρχής της πρόληψης στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου ως Αρχή 15 της Διακήρυξης του Ρίο. Αποτελεί μέρος πολυάριθμων συμβάσεων και δηλώσεων, όπως το Προοίμιο της Σύμβασης της Βιέννης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος (1985) και το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ (1987), καθώς και η Σύμβαση για την προστασία και τη χρήση των διασυνοριακών υδατορευμάτων και των διεθνών λιμνών, 1992 (Αρθ. 2, παρ. 5). Στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), τα συμβαλλόμενα κράτη βάσει του προγράμματος (αρθ. 3, παρ. 3) δεσμεύονται να λάβουν προληπτικά μέτρα, προκειμένου να μειώσουν και να αναστέλλουν τη δράση των αιτίων της αλλαγής του κλίματος, για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση και τον μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων. Το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει επίσης την αρχή της πρόληψης με απόφαση της 27 Αυγούστου 1999 (έτσι η αρχή αυτή μπήκε στο διεθνές εθιμικό δίκαιο).

Αρχή της συνεργασίας στο διεθνές δίκαιο στον τομέα του περιβάλλοντος

Η αρχή της συνεργασίας έχει διατυπωθεί σε προηγούμενες συμφωνίες σχετικά με την από κοινού χρήση των διεθνών ρευμάτων νερού και προς το παρόν είναι πλέον αναπόσπαστο μέρος του διεθνούς δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος. Μετά τη διατύπωση της αρχής 24 από τη Διακήρυξη της Στοκχόλμης, οι δραστηριότητες για την προστασία του περιβάλλοντος σε διεθνές επίπεδο πρέπει να εφαρμοστούν στο πνεύμα της συνεργασίας. Μετά τη διατύπωση της Αρχής 7 της Διακήρυξης του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, που εγκρίθηκε το 1992, «τα κράτη συνεργάζονται στο πνεύμα της παγκόσμιας εταιρικής σχέσης για τη διατήρηση της υγείας και την ακεραιότητα των οικοσυστημάτων στη Γη, για να τους προστατεύουν και να τους αποκαθιστούν». Σύμφωνα με την Αρχή 13 «τα κράτη πρέπει να συνεργάζονται πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά για να σημειωθεί πρόοδος προς την κατεύθυνση της τήρησης και της ανάπτυξης του διεθνούς δικαίου σχετικά με την ευθύνη και την αποζημίωση για τις δυσμενείς επιπτώσεις των περιβαλλοντικών ζημιών που προκαλούνται από δραστηριότητες που διεξάγονται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας των κρατών ή βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους σε περιοχές που είναι εκτός της δικαιοδοσίας τους.» Η Σύμβαση ρυθμίζει την αντίστοιχη υποχρέωση της συνεργασίας σε περιοχές που δεν βρίσκονται υπό εθνική δικαιοδοσία κανενός (άρθ. 5).

Μια ειδική μορφή της υποχρέωσης για συνεργασία είναι η υποχρέωση των χωρών να ενημερώνουν η μία την άλλη για την επικείμενη ή υπάρχουσα βλάβη στο περιβάλλον. Πολλές συμφωνίες περιέχουν μια τέτοια απαίτηση (π.χ. το άρθρο 198 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), το άρθρο 13 της Σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους), η υποχρέωση παροχής πληροφοριών μπορεί πλέον να θεωρείται μέρος του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Η απαίτηση να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, σε συνδυασμό με την υποχρέωση ενημέρωσης, τώρα είναι μέρος μιας σειράς διεθνών συμφωνιών (βλ. π.χ. τη Σύμβαση για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε διασυνοριακό πλαίσιο του 1991). Το πλαίσιο της διεθνούς υποχρέωσης για συνεργασία στο διεθνές δίκαιο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος καθορίζει τη συγκεκριμένη ευθύνη των ανεπτυγμένων χωρών για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος - σύμφωνα με την Αρχή 7 της Διακήρυξης της Στοκχόλμης και ιδιαίτερα σύμφωνα με τη Σύμβαση Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC). Το σύγχρονο διεθνές δίκαιο περιλαμβάνει ακόμη και την απαίτηση για συμμόρφωση και για την προστασία των συμφέροντα των μελλον-τικών γενεών - μια ευθύνη που είναι πολύ πέρα από την παραδοσιακή έννοια του διεθνούς δικαίου ως νομικό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων κρατών.

Επικίνδυνες δραστηριότητες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο στον τομέα του περιβάλλοντος

Για ιδιαίτερα επικίνδυνες δραστηριότητες απαιτείται μερικό ειδικό καθεστώς. Θα πρέπει να απαιτείται σοβαρή ευθύνη μέσα σε στενά όρια, επειδή η Σύμβαση για τη διεθνή ευθύνη για ζημίες που προκαλούνται από διαστημικά αντικείμενα (άρθρο II), ρυθμίζει ένα ασυνήθιστο για το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο πρότυπο υποχρεώσεων, που είναι εφαρμόσιμο και έχει αντικειμενοποιηθεί. Δεν είναι εύκολο να καθοριστεί τι ακριβώς πέφτει εντός της εμβέλειας αυτών των επικίνδυνων δραστηριοτήτων. Αποφασιστικός είναι ο βαθμός της πιθανής βλάβης, ωστόσο, δεν είναι πολύ πιθανό να γίνεται λόγος για την ένταξη σε πιθανή αλληλεπίδραση. Σε κάθε περίπτωση, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας μπαίνει η πυρηνική ενέργεια. Και για τις ρυπογόνες δραστηριότητες λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η εναρμόνιση, αλλά κυρίως η υποχρέωση για συνεργασία μεταξύ των μερών. Πολυάριθμες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες, όπως για παράδειγμα το ψήφισμα που εγκρίθηκε ως αποτέλεσμα του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ – η λεγόμενη Σύμβαση για την έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος, που συμφωνήθηκε το 1986 - περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με το περιεχόμενο και τους αποδέκτες των πληροφοριών που υπόκειται σε άμεση παράδοση (βλέπε άρθρο 2, 5, 6..).

Την ίδια χρονιά, υπογράφηκε η Σύμβαση για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες που επηρεάζει τις γενικές υποχρεώσεις για ενισχυμένη συνεργασία σε πυρηνικά ατυχήματα. Η σύμβαση περιέχει λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τη συνδρομή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) και την υποστήριξη των άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών. Το αυξανόμενο πρόβλημα της διάθεσης των τοξικών και άλλων επικίνδυνων αποβλήτων, ιδίως η πρακτική της απόρριψής τους σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, σε τελική ανάλυση απαιτεί τη σύναψη μιας σειράς πρόσθετων διεθνών συμφωνιών.

Ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας (ΟΑΕ) υιοθέτησε τη Σύμβαση του Bamako για την απαγορεύσει της εισαγωγής επικίνδυνων αποβλήτων και τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων και τη διάθεση επικίνδυνων αποβλήτων στην Αφρική το 1991. Εκείνη την εποχή (άρθ. 4, παρ. 1) η εισαγωγή των εν λόγω αποβλήτων στην Αφρική ήταν παράνομη και ορίζονταν ως έγκλημα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους του 1989, τα κράτη δεν μπορούν να μεταφέρουν απόβλητα σε χώρες που απαγορεύουν την εισαγωγή τους. Αν δεν υπάρχει τέτοια απαγόρευση, όμως, η εξαγωγή επιτρέπεται, αλλά μόνο μετά από γραπτή συγκατάθεση της χώρας εισαγωγής και όχι νοτίως των 60 βαθμών νότιου γεωγραφικού πλάτους. Και οι δύο συμβάσεις περιέχουν λεπτομερείς διατάξεις για την εντατική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερών απαιτήσεων για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση.

backnext

Intranet